ξαλάφρωμα

ξαλάφρωμα
το прям. , перен. облегчение, уменьшение, снятие тяжести

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ξαλάφρωμα" в других словарях:

  • ξαλάφρωμα — το, ατος και ξαλαφρωμός, ο και ξελαφρωμός, ο ανακούφιση, ξαλάφρωση: Ξάπλωσα κι ένιωσα ξαλάφρωμα στο στομάχι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξαλάφρωμα — και ξελάφρωμα, το [ξαλαφρώνω] 1. ελάφρυνση 2. ανακούφιση …   Dictionary of Greek

  • ανακουφίζω — (Α ἀνακουφίζω) 1. λιγοστεύω το βάρος κάποιου πράγματος, ελαφρώνω, ξαλαφρώνω 2. σηκώνω, ανασηκώνω νεοελλ. Ι. ενεργ. 1. ελαφρώνω κάποιον από τα βάρη του, τις υποχρεώσεις ή τις οικονομικές δυσχέρειες, συντρέχω, βοηθώ, ενισχύω 2. απαλλάσσω κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • ανακούφιση — η (Α ἀνακούφισις) [ἀνακουφίζω] 1. ελάφρυνση από βάρος, αλάφρωμα 2. απαλλαγή από σωματικά ή ψυχικά βάρη και πόνους, απόκτηση ή αποκατάσταση τής ηρεμίας, ξαλάφρωμα νεοελλ. 1. βοήθεια, ενίσχυση, συνδρομή 2. καταπράυνση, παρηγοριά 3. αποπάτηση …   Dictionary of Greek

  • ελάφρυνση — η 1. ελάττωση, μείωση τού βάρους 2. ανακούφιση, ξαλάφρωμα …   Dictionary of Greek

  • καθησύχαση — η 1. κατευνασμός, καταπράυνση 2. ψυχική αταραξία, γαλήνευση, απαλλαγή από δυσάρεστα και ανησυχητικά συναισθήματα, ανακούφιση, ξαλάφρωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καθησυχάζω. Η λ., στον λόγιο τ. καθησύχασις, μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν …   Dictionary of Greek

  • ξαλάφρωση — η [ξαλαφρώνω] το ξαλάφρωμα …   Dictionary of Greek

  • ξαλαφρωμός — και ξελαφρωμός, ο [ξαλαφρώνω] το ξαλάφρωμα …   Dictionary of Greek

  • ξελάφρωμα — το βλ. ξαλάφρωμα …   Dictionary of Greek

  • ξεφούσκωμα — το [ξεφουσκώνω] 1. αφαίρεση τού αέρα που περιέχεται σε κάτι 2. ελάττωση τού όγκου με αφαίρεση τού αέρα 3. ανακούφιση από φούσκωμα τού στομάχου, ξαλάφρωμα 4. μτφ. ανακούφιση από θυμό, από οργή, από κόπο …   Dictionary of Greek

  • παυστήριος — ον, Α [παυστήρ] 1. ο κατάλληλος για κατάπαυση, απαλλαγή ή ανακούφιση από κάτι, ανακουφιστικός, λυτρωτικός («Φοῑβος... νόσου παυστήριος», Σοφ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ παυστήριον α) η ανακούφιση, το ξαλάφρωμα β) εμπόδιο, φραγμός 3. (το ουδ. πληθ. ως …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»